Monday, July 6, 2026

Η καθηλωτική ομιλία του Μαμντάνι για τα 250 χρόνια της Αμερικής

Ιούλ 6, 2026
Συντάκτης:
newsroom
“Κάθε φορά που η Αμερική διακήρυττε ότι η ελευθερία είναι καθολική, υπήρχαν άνθρωποι που έπρεπε να την αναγκάσουν να το εννοήσει”
250 χρόνια από την διακήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ η πόλωση στην μεγάλη αυτή χώρα είναι μεγαλύτερη από ποτέ.

Προχθές ο Τράμπ, αφού παραληρούσε όλες τις προηγούμενες ημέρες στο Truth Social, φτάνοντας να πει πως έχει σταματήσει περίπου 100 πολέμους και δεν έχει πληρωθεί αρκετά για αυτό, με ένα εξαιρετικό blast from the past αλά Γεώργιος Παπαδόπουλος, είπε πως οι Αμερικάνοι δεν μπορούν να είναι με τον κομμουνισμό που προελαύνει.

Προχθες στην Ουάσιγκτον, μασκοφόροι με άσπρες μάσκες και τις σημαίες της Συνομοσπονδίας παρέλασαν κατά εκατοντάδες στην Ουάσιγκτον διατρανώνουντας την λευκή τους υπεροχή σε μια κίνηση που ανατρίχιασε εκατομμύρια ανθρώπους, εφόστον θύμησε την ρατσιστική Κου Κλουξ Κλάν.

Κι όμως, την Παρασκευή 3 Ιουλίου, ο Δήμαρχος της Νέας Υόρκης έβγαλε έναν λόγο που άγγιξε τις ψυχές πάρα πολλών.

Ο Μαμντάνι μίλησε από το ιστορικό γραφείο του George Washington στο Δημαρχείο της Νέας Υόρκης, έχοντας δίπλα του νεοπολιτογραφημένους Αμερικανούς πολίτες. Τόνισε ότι η Νέα Υόρκη και οι Ηνωμένες Πολιτείες οικοδομήθηκαν από διαδοχικά κύματα μεταναστών και ότι η ιστορία της χώρας είναι ταυτόχρονα ιστορία ελευθερίας και ιστορία αποκλεισμών.

Παρουσίασε την Αμερική ως «ένα έθνος αντιφάσεων», όπου συνυπάρχουν τεράστιος πλούτος και φτώχεια, ενώ επέκρινε την επιρροή των ολιγαρχών στην πολιτική, τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές και τις επιχειρούμενες αμφισβητήσεις του δικαιώματος ιθαγένειας.

Υποστήριξε ότι η πραγματική αγάπη για την πατρίδα εκφράζεται μέσα από την κριτική και τον αγώνα για περισσότερη δημοκρατία και ισότητα, όχι μέσα από την άρνηση των προβλημάτων της.

Η ομιλία είναι ευθεία πολιτική αντιπαραβολή προς την ομιλία του Τραμπ με λίγες ώρες διαφοράς, προβάλλοντας μια συμπεριληπτική αντίληψη της αμερικανικής ταυτότητας απέναντι σε μια εθνικιστική αφήγηση.


Κάποια αποσπάσματα:

“Αν θέλουμε να καταλάβουμε τι είναι αυτή η χώρα, δεν μπορούμε να την αντιμετωπίζουμε σαν κάτι στατικό. Δεν είναι κάτι που ολοκληρώθηκε κάποια στιγμή στο παρελθόν. Είναι κάτι που συνεχώς φτιάχνεται.

Από την αρχή της, η Αμερική ήταν μια ιδέα που συγκρούεται με τον εαυτό της. Μια ιδέα που γεννήθηκε μέσα σε αντιφάσεις: ανάμεσα στην ελευθερία και τη δουλεία, ανάμεσα στη δημοκρατία και τον αποκλεισμό.

Και όμως, αυτή η ένταση δεν την κατέστρεψε. Την έσπρωξε προς τα εμπρός

Γιατί κάθε φορά που η Αμερική διακήρυττε ότι η ελευθερία είναι καθολική, υπήρχαν άνθρωποι που έπρεπε να την αναγκάσουν να το εννοήσει.

Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι έμειναν εκτός των πρώτων ορισμών του «πολίτη» ήταν εκείνοι που αργότερα διεύρυναν τον ορισμό του.

Όσοι κατάργησαν την δουλεία, οι εργάτες, οι σουφραζέτες, οι μετανάστες που έφτασαν χωρίς τίποτα — όλοι τους δεν πρόσθεσαν απλώς φωνές σε μια ήδη υπάρχουσα ιστορία. Άλλαξαν το τι σημαίνει αυτή η ιστορία.

Αυτή η χώρα δεν έγινε ισχυρή επειδή ήταν ομοιογενής. Έγινε ισχυρή επειδή ήταν συνεχώς ανοιχτή σε ανθρώπους που την ξαναέφτιαχναν από την αρχή. Η Νέα Υόρκη είναι ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα ως προς αυτό: μια πόλη που δεν ανήκε ποτέ σε μία μόνο ομάδα, μία γλώσσα ή μία παράδοση.

Κάθε κύμα μετανάστευσης δεν αντικατέστησε το προηγούμενο· προστέθηκε πάνω του, το άλλαξε, το ανακάτεψε, το μετέτρεψε σε κάτι νέο. Κι όμως, κάθε φορά που αυτό συνέβαινε, υπήρχε αντίσταση. Υπήρχε η ιδέα ότι κάποιοι άνθρωποι «δεν ανήκουν εδώ». Ότι κάποιοι είναι προσωρινοί, ανεπιθύμητοι ή επικίνδυνοι.

Αυτή η ιδέα δεν είναι καινούργια. Έχει εμφανιστεί σε κάθε εποχή της αμερικανικής ιστορίας — αλλάζει στόχους, όχι μορφή. Άλλοτε στρεφόταν ενάντια στους Ιρλανδούς και Ιταλούς μετανάστες, άλλοτε στους Εβραίους, στους Κινέζους εργάτες, στους μουσουλμάνους, στους Λατίνους. Και κάθε φορά, η χώρα αναγκαζόταν να επαναδιαπραγματευτεί το ποιοι θεωρούνται μέρος της.

Σήμερα, αυτή η σύγκρουση συνεχίζεται με νέους όρους, αλλά με την ίδια λογική.

Οι μετανάστες και τα παιδιά μεταναστών παρουσιάζονται συχνά όχι ως μέρος της ιστορίας αυτής της χώρας, αλλά ως εξαίρεση από αυτήν. Σαν να μην είναι η ίδια η μετανάστευση ένας από τους βασικούς μηχανισμούς με τους οποίους η Αμερική έγινε αυτό που είναι.

Όμως η πραγματικότητα είναι ότι η εργασία τους, οι κοινότητές τους και η πολιτισμική τους συμβολή δεν βρίσκονται στο περιθώριο της αμερικανικής ζωής — βρίσκονται στο κέντρο της. Και όταν μιλάμε για το ποιοι «ανήκουν εδώ», δεν μιλάμε ποτέ πραγματικά για μια στατική περιγραφή. Μιλάμε για μια πολιτική επιλογή.

Μια επιλογή που έχει αλλάξει πολλές φορές μέσα στην ιστορία — όχι επειδή άλλαξε η φύση των ανθρώπων, αλλά επειδή άλλαξαν οι αγώνες γύρω από την εξουσία και την αναγνώριση. Η Νέα Υόρκη, περισσότερο από κάθε άλλη πόλη, δείχνει ότι αυτή η επιλογή δεν έχει τελειώσει. Εδώ, η καθημερινή ζωή είναι ήδη μια διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα στο ποιος είναι ορατός και ποιος παραμένει αόρατος.

Βλέπουμε την Αμερική κάθε φορά που γείτονες στέκονται πλάι σε γείτονες — χωρίς να ρωτούν πόσο καιρό ζουν εδώ ή ποια χαρτιά έχουν — όταν η ICE εισβάλλει στις γειτονιές μας.

Βλέπουμε την Αμερική κάθε φορά που νέοι και ηλικιωμένοι στέκονται κάτω από καταρρακτώδη βροχή ή αποπνικτική ζέστη για να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα.

Βλέπουμε την Αμερική κάθε φορά που οι εργαζόμενοι άνθρωποι διεκδικούν περισσότερα — όχι μόνο για τον εαυτό τους, αλλά και για τους συμπολίτες τους.

Υπάρχουν κάποιοι που απαντούν σε όσους ζητούν περισσότερα από την Αμερική με ένα απλό σύνθημα: «Αγάπα την ή φύγε», λένε.

Όμως ο πατριωτισμός ποτέ δεν σήμαινε να προσποιούμαστε ότι το έθνος μας δεν έχει ελαττώματα.

Πατριωτισμός είναι κάθε πράξη δίκαιης διαμαρτυρίας.

Είναι κάθε πορεία κάτω από τον καυτό ήλιο.

Είναι κάθε διαδήλωση που πραγματοποιείται μια δεκαετία πριν έρθει η ώρα της.

Ακριβώς επειδή αγαπάμε αυτή τη χώρα, δεν πρόκειται να την εγκαταλείψουμε.

Άλλωστε, ποιος αγαπά περισσότερο την Αμερική από εκείνους που θυσίασαν τόσα πολλά για να γίνει ελεύθερη;”

No comments:

Post a Comment