–Joe Sullivan, Raw Deal.
Το φιλμ νουάρ είναι το πιο ταξικά συνειδητοποιημένο κινηματογραφικό genre που παρήγαγε το Χόλιγουντ. Ιστορικά, γεννήθηκε αμέσως μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και διήρκεσε έως το 1960. Οι Αμερικάνοι κινηματογραφιστές που το έκαναν διάσημο ποτέ δεν το αποκάλεσαν νουάρ. Κριτικοί τέχνης, όπως ο Jean-François Lyotard του έδωσαν τον τίτλο σε μια άλλη ήπειρο, όπου μπορούσες να βάλεις ταξικό πρόσημο σε μια κουβέντα χωρίς να σε πούνε κομμουνιστή.
Το νουάρ δεν θα είχε ταξικό πρόσημο αν δεν αναγκαζόταν να συνυπάρξει ως δευτερεύον εμπορευματικό προϊόν δίπλα στις μεγάλες παραγωγές. Και αν οι δημιουργοί του δεν είχαν βρεθεί σε δύσκολη θέση σπρωγμένοι από τις λοβιτούρες της βιομηχανίας, της οικονομίας και της πολιτικής αντίδρασης.
Ο Fritz Lang, για παράδειγμα, εγκατέλειψε τη Γερμανία για τις ΗΠΑ, όταν οι Ναζί κατέλαβαν την κινηματογραφική βιομηχανία της χώρας του. Ο Όρσον Ουέλες ήταν για χρόνια στο έλεος των αφεντικών των στούντιο που τον θεωρούσαν υπερβολικά ανατρεπτικό και ακραίο. Ο Jules Dassin έκανε ακριβώς το αντίθετο με τον Λανγκ. Εγκατέλειψε την Αμερική κι εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, αφότου στοχοποιήθηκε ως μέλος του κομμουνιστικού κόμματος από τους Μακαρθιστές.
Η λογοτεχνική προέλευση του είδους βρίσκεται στα περιοδικά pulp της προπολεμικής εποχής: φτηνά, προχειροφτιαγμένα για μαζική κατανάλωση, τυπωμένα από πολτό που τους έδωσε και το όνομά τους και γραμμένα από χαμηλόμισθους και συχνά ανυπόληπτους συγγραφείς που μερικές φορές έπρεπε να προσαρμόζουν το δικό τους έργο για τη μεγάλη οθόνη.
Ακόμη και τα αστέρια των ταινιών νουάρ ήταν ηθοποιοί που μαστίζονταν από σκάνδαλα, γνωστοί ως πολύ ανεξάρτητοι ή μη συνεργάσιμοι, ή μη ικανοί λόγω του αντικομφορμιστικού χαρακτήρα τους να δικαιολογήσουν ακριβούς προϋπολογισμούς. Αυτοί ήταν άνδρες και γυναίκες που γνώριζαν πολύ καλά πού στέκονταν στο χαλύβδινο ταξικό χάσμα της κινηματογραφικής βιομηχανίας: τη λάθος πλευρά.
Δεν ήταν όλοι οι ήρωες του φιλμ νουάρ παράνομοι, αφού το είδος λειτούργησε κάτω από τους περιορισμούς του Κώδικα Hays, που, κινούμενος από θρησκευτική ιδεοληψία και μια δυσπιστία προς τα “ευάλωτα από την παρανομία” μυαλά της εργατικής τάξης, απαγόρευε την απεικόνιση των εγκληματιών ως δικαιολογημένη, συμπαθητική, και δεν τους επέτρεπε να είναι σε θέση να ξεφύγουν από την τιμωρία. Εντούτοις, το καθεστώς των ταινιών noir ως Β- και C-, τις καθιέρωσε ως ένα συμπλήρωμα για πιο αξιόπιστες ταινίες mainstream και τους έδωσε τη δυνατότητα να αποφύγουν την κρίση των λογοκριτών.
Ωστόσο, οι εγκληματίες ήταν συχνά οι κεντρικοί χαρακτήρες, και τα κίνητρά τους ήταν σχεδόν πάντα τα ίδια: ήταν φτωχοί. Ήταν χαμένοι της κοινωνίας, ναυαγημένοι και κακότυχοι και αποφασισμένοι να κάνουν την δουλειά εκείνη που θα τους έδινε ένα διάλειμμα για μια φορά στην άθλια ζωή τους.
Αλλά θα ήταν άλλο ένα μεγάλο λάθος να πιστεύουμε ότι αυτές οι ταινίες παρέδωσαν το μήνυμα ότι τα χρήματα ήταν η σωτηρία τους. Στον καταστροφικό κόσμο του νουάρ, κανείς δεν είναι τυχερός, και τα χρήματα είναι ένα φευγαλέο όνειρο. Αυτοί που τα έχουν είναι σε κίνδυνο, διεφθαρμένοι ή υποδουλωμένοι από αυτά, και εκείνοι που δεν τα έχουν δεν καταλήγουν ποτέ με αυτά...
Τέλος Πρώτου Μέρους



No comments:
Post a Comment